Του Νικολάου Λ. Μωραΐτη, Ph.D.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές προκλήσεις της
σύγχρονης ιστορίας της. Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν χώρους ζωτικών
εθνικών συμφερόντων, όπου διασταυρώνονται η γεωγραφία, η στρατιωτική ισχύς, οι ενεργειακοί
πόροι, οι εμπορικοί δρόμοι και οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων. Η γεωστρατηγική θέση
της χώρας προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί αυξημένες
απαιτήσεις για συνεκτικό σχεδιασμό, αποτρεπτική ικανότητα και αποτελεσματική διπλωματία.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει δικαιώματα και στρατηγικά
πλεονεκτήματα, αλλά εάν έχει κατορθώσει να τα εντάξει σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εθνικής
θαλάσσιας ισχύος.
Η βασική αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής είναι η απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική
αναγνώριση των εθνικών δικαιωμάτων και στη συστηματική, συνεπή και αποτελεσματική
άσκησή τους. Για δεκαετίες, η ελληνική εξωτερική πολιτική καλείται να αντιμετωπίσει την
αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, τις αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, τις διαφορές ως προς την
οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και τις πιέσεις που προκύπτουν από τους ευρύτερους διεθνείς
συσχετισμούς. Παρά τις σημαντικές αμυντικές επενδύσεις, τη συμμετοχή της Ελλάδας στην
Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ και τις διμερείς συνεργασίες που έχει αναπτύξει, παραμένει
αναγκαία η διαμόρφωση μιας ενιαίας θαλάσσιας στρατηγικής, η οποία θα καθορίζει με σαφήνεια
τους στόχους, τα μέσα και τις προτεραιότητες της χώρας.
Η θαλάσσια στρατηγική δεν εξαντλείται στην προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων, στην
έκδοση διπλωματικών ανακοινώσεων ή στην επανάληψη των προβλέψεων του διεθνούς δικαίου.
Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα πολιτικών αποφάσεων, διπλωματικών πρωτοβουλιών,
στρατιωτικής αποτροπής, νομικής τεκμηρίωσης, οικονομικής ανάπτυξης και αξιοποίησης της
γεωγραφικής θέσης της χώρας. Το εθνικό συμφέρον απαιτεί όλα αυτά τα στοιχεία να
λειτουργούν συντονισμένα και να υπηρετούν μια σταθερή στρατηγική, ανεξάρτητα από την
εναλλαγή κυβερνήσεων και τις συγκυριακές πιέσεις.
Η τουρκική αναθεωρητική πολιτική και το στρατηγικό κενό της Ελλάδας
Η τουρκική πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται
ως ένα σύνολο αποσπασματικών διμερών διαφωνιών. Η αμφισβήτηση της έκτασης των
ελληνικών θαλάσσιων ζωνών, η αντίθεση στην επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στο
Αιγαίο, οι διεκδικήσεις σχετικά με την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη
(ΑΟΖ), καθώς και οι αναφορές σε «γκρίζες ζώνες», συνθέτουν ένα πλέγμα ζητημάτων που
επηρεάζει το περιβάλλον ασφάλειας της χώρας.
Η στρατηγική σημασία αυτών των διεκδικήσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν αφορούν μόνο
τη νομική ερμηνεία ορισμένων θαλάσσιων περιοχών. Επηρεάζουν την ελευθερία κινήσεων, τον
σχεδιασμό της άμυνας, την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, τη ναυσιπλοΐα και τον ευρύτερο
συσχετισμό ισχύος στην περιοχή. Η Ελλάδα, επομένως, οφείλει να αξιολογεί τις τουρκικές
πρωτοβουλίες όχι μόνο ως διπλωματικά επεισόδια, αλλά και ως ενδείξεις μιας μακροπρόθεσμης
στρατηγικής επιδίωξης μεγαλύτερου περιφερειακού ρόλου.
Η ελληνική απάντηση, ωστόσο, δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην καταγγελία των
τουρκικών ενεργειών. Χρειάζεται μια ενεργητική πολιτική που να προλαμβάνει τη δημιουργία
τετελεσμένων, να ενισχύει τη διεθνή νομική θέση της χώρας και να αυξάνει το διπλωματικό και
στρατηγικό κόστος κάθε απόπειρας αμφισβήτησης των δικαιωμάτων της. Η αποτροπή δεν είναι
μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης θεσμική, διπλωματική, οικονομική και πολιτική.
Η μεγαλύτερη αδυναμία είναι να επιτρέπεται στον αντίπαλο να καθορίζει την ατζέντα, ενώ η
Ελλάδα περιορίζεται σε αντιδράσεις εκ των υστέρων. Μια αποτελεσματική εθνική στρατηγική
οφείλει να αντιστρέψει αυτή τη λογική: να καθορίζει η ίδια τις πρωτοβουλίες, να προετοιμάζει
τις επιλογές της και να δημιουργεί σταθερές συνθήκες ασφάλειας και προβλεψιμότητας.
Το Αιγαίο ως κεντρικός άξονας της ελληνικής θαλάσσιας ισχύος
Το Αιγαίο αποτελεί ζωτικό χώρο για την εθνική ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της
Ελλάδας. Η γεωγραφική του διάταξη, η παρουσία εκατοντάδων νησιών και νησίδων, η σύνδεσή
του με τα Στενά, η πρόσβαση προς τη Μαύρη Θάλασσα και η θέση του μεταξύ Ευρώπης και
Ανατολικής Μεσογείου προσδίδουν στην περιοχή εξαιρετική στρατηγική σημασία.
Η γνωστή στρατηγική αντίληψη ότι ο έλεγχος του Αιγαίου επηρεάζει καθοριστικά την ασφάλεια
της Ελλάδας αποδίδει τη σημασία του θαλάσσιου χώρου, χωρίς να σημαίνει ότι η εθνική
ασφάλεια εξαρτάται από τον απόλυτο έλεγχο κάθε θαλάσσιας περιοχής. Η πραγματική
πρόκληση είναι η διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, η προστασία των νησιών, η
ελευθερία ναυσιπλοΐας και η αποτροπή ενεργειών που θα μπορούσαν να μεταβάλουν μονομερώς
το υφιστάμενο καθεστώς.
Η Ελλάδα όφειλε ήδη να έχει διαμορφώσει ένα συνεκτικό σχέδιο θαλάσσιας ασφάλειας, με
σαφείς προτεραιότητες για την επιτήρηση, την έγκαιρη προειδοποίηση, τη διακλαδική
συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεων, την προστασία των κρίσιμων υποδομών και την ενίσχυση
της ανθεκτικότητας των νησιωτικών περιοχών. Παράλληλα, η ανάπτυξη λιμενικών
εγκαταστάσεων, η αναβάθμιση των μεταφορών και των επικοινωνιών και η διατήρηση ισχυρής
οικονομικής και κοινωνικής παρουσίας στα νησιά αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της εθνικής
στρατηγικής.
Η στρατηγική παρουσία δεν μετριέται μόνο με στρατιωτικά μέσα. Μετριέται και με την
ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί ζωντανές, ασφαλείς και οικονομικά βιώσιμες τις ακριτικές
περιοχές του. Η εθνική κυριαρχία και η ασφάλεια απαιτούν σταθερή κρατική παρουσία,
αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, υποδομές και πληθυσμιακή ανθεκτικότητα.
Το Καστελόριζο και η Ανατολική Μεσόγειος: Πέρα από τη γεωγραφική
απόσταση
Το Καστελόριζο αποτελεί κομβικό σημείο της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η θέση του κοντά στις τουρκικές ακτές και η σύνδεσή του με το ευρύτερο νησιωτικό σύμπλεγμα
της Δωδεκανήσου προσδίδουν στο νησί ιδιαίτερη γεωπολιτική και νομική σημασία. Η
στρατηγική του αξία δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την απόστασή του από
την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά μέσα στο συνολικό πλαίσιο της ελληνικής νησιωτικής επικράτειας
και του διεθνούς δικαίου.
Η Τουρκία επιδιώκει, μέσω της δικής της ερμηνείας της γεωγραφίας και της θαλάσσιας
οριοθέτησης, να ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και να περιορίσει την έκταση
των θαλάσσιων ζωνών που θα μπορούσαν να αποδοθούν στην Ελλάδα. Το τουρκολιβυκό
μνημόνιο του 2019 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Η Ελλάδα έχει
απορρίψει τη νομική ισχύ του μνημονίου έναντι των ελληνικών δικαιωμάτων, ενώ η Ευρωπαϊκή
Ένωση έχει διατυπώσει τη θέση ότι το μνημόνιο θίγει δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν
παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτά.
Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική πολιτική είναι να μην επιτρέψει στη γεωγραφική θέση του
Καστελόριζου να μετατραπεί σε παράγοντα στρατηγικής απομόνωσης. Χρειάζεται ενίσχυση των
υποδομών, της συνδεσιμότητας και της κρατικής παρουσίας, καθώς και συστηματική
διπλωματική και νομική τεκμηρίωση των ελληνικών θέσεων. Εξίσου σημαντική είναι η σύνδεση
της πολιτικής για το Καστελόριζο με μια ευρύτερη στρατηγική συνεργασίας με την Κύπρο και
τα άλλα κράτη της περιοχής.
Η Ελλάδα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι το Καστελόριζο δεν αποτελεί ένα απομονωμένο
ζήτημα που μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από το σύνολο της ελληνικής θαλάσσιας
πολιτικής. Είναι μέρος ενός ευρύτερου γεωστρατηγικού πλαισίου, στο οποίο συνδέονται η
ασφάλεια, η διεθνής νομιμότητα, οι ενεργειακές προοπτικές και η περιφερειακή σταθερότητα.
Το διεθνές δίκαιο ως εργαλείο στρατηγικής και όχι ως απλή επίκληση
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 αποτελεί θεμελιώδες
πλαίσιο για την προστασία των δικαιωμάτων των παράκτιων κρατών. Το άρθρο 121,
παράγραφος 2, προβλέπει ότι τα νησιά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, διαθέτουν
αιγιαλίτιδα ζώνη, συνορεύουσα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις
που ισχύουν για τις άλλες χερσαίες περιοχές. Η παράγραφος 3 προβλέπει ειδική μεταχείριση για
βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη κατοίκηση ή δική τους οικονομική ζωή.
Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης. Το γεγονός ότι ένα νησί μπορεί να γεννά θαλάσσιες ζώνες δεν
σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση η τελική οριοθέτηση μεταξύ κρατών αποδίδει αυτομάτως πλήρη
επήρεια στο νησί. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τη γεωγραφία, τις σχετικές ακτογραμμές, τις
περιστάσεις κάθε υπόθεσης και την επίτευξη δίκαιης λύσης. Συνεπώς, η Ελλάδα οφείλει να
υπερασπίζεται σταθερά τα δικαιώματα των νησιών της, χωρίς να παραγνωρίζει τις νομικές
παραμέτρους που διέπουν τη διαδικασία της οριοθέτησης.
Η στρατηγική αδυναμία δεν βρίσκεται στην επιλογή του διεθνούς δικαίου ως βάσης της
ελληνικής πολιτικής, αλλά στην ανεπαρκή αξιοποίηση των δυνατοτήτων που αυτό παρέχει. Η
νομική επιχειρηματολογία πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη τεχνική τεκμηρίωση,
χαρτογραφικά δεδομένα, σαφή καταγραφή των εθνικών θέσεων, συστηματική ενημέρωση των
διεθνών οργανισμών και συνεχή διπλωματική δραστηριότητα.
Η Ελλάδα όφειλε να έχει ολοκληρώσει εγκαίρως μια συνεκτική χαρτογράφηση των θαλάσσιων
διεκδικήσεων και των δικαιωμάτων της, να έχει προσδιορίσει τις προτεραιότητες για κάθε
θαλάσσια περιοχή και να έχει καταρτίσει εναλλακτικά σχέδια για τις περιπτώσεις στις οποίες οι
διαπραγματεύσεις δεν αποδίδουν. Η διεθνής νομιμότητα γίνεται ουσιαστικό στρατηγικό
πλεονέκτημα όταν συνδέεται με συνέπεια, προετοιμασία και πραγματική ικανότητα εφαρμογής.
ΑΟΖ και αιγιαλίτιδα ζώνη: Τι έπρεπε να έχει ήδη κάνει η Ελλάδα
Ένα από τα βασικά ζητήματα της ελληνικής θαλάσσιας πολιτικής είναι η ολοκληρωμένη
διαχείριση των θαλάσσιων ζωνών. Η ΑΟΖ, η υφαλοκρηπίδα και η αιγιαλίτιδα ζώνη έχουν
διαφορετικό νομικό καθεστώς και δεν πρέπει να συγχέονται. Η αιγιαλίτιδα ζώνη αποτελεί χώρο
άσκησης κυριαρχίας, με την επιφύλαξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου, μεταξύ άλλων για
την αβλαβή διέλευση. Στην ΑΟΖ το παράκτιο κράτος ασκεί συγκεκριμένα κυριαρχικά
δικαιώματα και δικαιοδοσία, ιδίως ως προς τους φυσικούς πόρους. Η υφαλοκρηπίδα αφορά τα
δικαιώματα επί του βυθού και του υπεδάφους.
Η Ελλάδα διαθέτει, βάσει του διεθνούς δικαίου, δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της
έως τα 12 ναυτικά μίλια, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες. Έχει ήδη ασκήσει αυτό το
δικαίωμα στο Ιόνιο και στις αντίστοιχες θαλάσσιες περιοχές που καλύπτει η σχετική νομοθεσία.
Στο Αιγαίο, ωστόσο, η αιγιαλίτιδα ζώνη παραμένει στα 6 ναυτικά μίλια, ενώ η Τουρκία έχει
διακηρύξει ότι ενδεχόμενη επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια θα αποτελούσε αιτία πολέμου.
Η Ελλάδα όφειλε να έχει διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο, θεσμικά προετοιμασμένο σχέδιο για
τη διαχείριση του ζητήματος, με αξιολόγηση των νομικών, διπλωματικών, αμυντικών και
οικονομικών παραμέτρων. Η άσκηση ενός δικαιώματος δεν πρέπει να συγχέεται με την απουσία
στρατηγικού σχεδιασμού για τις συνέπειές του. Απαιτείται προετοιμασία, σαφής επικοινωνία
των ελληνικών θέσεων, κατάλληλη επιχειρησιακή ετοιμότητα και στενή συνεργασία με τους
ευρωπαϊκούς και διεθνείς εταίρους.
Αντίστοιχα, η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών της με τα
γειτονικά κράτη, στη βάση του διεθνούς δικαίου. Η συμφωνία με την Ιταλία και η μερική
οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο αποτελούν υπαρκτά βήματα της ελληνικής πολιτικής. Η
συμφωνία με την Αίγυπτο, η οποία υπογράφηκε το 2020, αφορά συγκεκριμένο τμήμα της
θαλάσσιας οριοθέτησης και προβλέπει δυνατότητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας μέσω
διαβουλεύσεων. Η αξιολόγησή της πρέπει να γίνεται με βάση το πραγματικό περιεχόμενο, τις
συντεταγμένες και τις νομικές συνέπειές της, όχι με γενικεύσεις ή με την υπόθεση ότι κάθε
μερική οριοθέτηση ισοδυναμεί αυτομάτως με παραίτηση από δικαιώματα.
Το εθνικό συμφέρον απαιτεί να εξετάζεται κάθε συμφωνία με αυστηρά κριτήρια: ποια
δικαιώματα κατοχυρώνει, ποια ζητήματα παραμένουν ανοικτά, πώς επηρεάζει τις μελλοντικές
οριοθετήσεις και κατά πόσο ενισχύει τη συνολική ελληνική θέση. Η διαφάνεια, η επιστημονική
τεκμηρίωση και η λογοδοσία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια αξιόπιστη θαλάσσια
πολιτική.
Η Κύπρος και η ανάγκη μιας ενιαίας στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο
Η Ελλάδα δεν μπορεί να σχεδιάζει τη θαλάσσια στρατηγική της στην Ανατολική Μεσόγειο
χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη γεωπολιτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνεργασία
Αθήνας και Λευκωσίας αποτελεί βασικό πυλώνα της περιφερειακής πολιτικής, καθώς συνδέει
την ασφάλεια, την ενέργεια, τη ναυσιπλοΐα και την ευρωπαϊκή διάσταση των εξελίξεων.
Η Ελλάδα όφειλε να έχει αναπτύξει ακόμη πιο συνεκτικό σχεδιασμό για τη συστηματική
συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία, την ανταλλαγή τεχνικών και νομικών δεδομένων, την
κοινή διπλωματική παρουσία σε διεθνή φόρα και τη διασύνδεση των ενεργειακών και
θαλάσσιων πολιτικών των δύο χωρών. Κάθε σχετική πρωτοβουλία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις
γεωγραφικές συνθήκες, τα δικαιώματα τρίτων κρατών και την ανάγκη οριοθέτησης των
θαλάσσιων ζωνών με συμφωνίες που στηρίζονται στο διεθνές δίκαιο.
Η συνεργασία αυτή δεν πρέπει να περιορίζεται σε δηλώσεις πολιτικής συμπαράστασης.
Χρειάζεται συγκεκριμένους στόχους, τακτική αξιολόγηση, διπλωματικό συντονισμό και
ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε πιέσεις. Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν κοινό
συμφέρον να προωθούν μια Ανατολική Μεσόγειο στην οποία οι διαφορές επιλύονται με βάση
τους κανόνες, χωρίς απειλές ή μονομερείς ενέργειες.
Οι μεγάλες δυνάμεις και τα όρια των συμμαχιών
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να ξεκινά από μια ρεαλιστική παραδοχή: οι μεγάλες δυνάμεις
διαμορφώνουν την πολιτική τους με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η
Γερμανία, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το ΝΑΤΟ ενδιαφέρονται για τη σταθερότητα της περιοχής,
τη λειτουργία των συμμαχικών δομών, τις ενεργειακές και εμπορικές ροές και την αποφυγή μιας
σύγκρουσης μεταξύ δύο κρατών-μελών της Συμμαχίας.
Αυτές οι προτεραιότητες δεν ταυτίζονται πάντοτε με το σύνολο των ελληνικών επιδιώξεων. Η
επιθυμία των συμμάχων να αποτρέψουν μια ελληνοτουρκική κρίση μπορεί να οδηγήσει σε
πιέσεις για διάλογο και συμβιβασμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι έχουν υιοθετήσει
το σύνολο των τουρκικών θέσεων ή ότι επιδιώκουν τη διαίρεση του Αιγαίου. Η ελληνική
πολιτική οφείλει να αξιολογεί κάθε πρωτοβουλία με βάση τα πραγματικά δεδομένα και τα
συγκεκριμένα αποτελέσματά της.
Το στρατηγικό λάθος θα ήταν να θεωρεί η Ελλάδα ότι οι συμμαχίες εγγυώνται αυτομάτως την
υπεράσπιση όλων των εθνικών της επιδιώξεων. Οι συμμαχίες αποτελούν σημαντικό
πολλαπλασιαστή ισχύος, αλλά δεν υποκαθιστούν την εθνική στρατηγική, τη στρατιωτική
αποτροπή και την αυτόνομη διπλωματική πρωτοβουλία. Η Αθήνα πρέπει να αξιοποιεί την
ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, να ζητά σαφείς τοποθετήσεις
όταν αμφισβητούνται θεμελιώδεις κανόνες και να οικοδομεί ευρύτερες συνεργασίες στην
Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα χρειάζεται, επομένως, ενεργητική συμμαχική πολιτική: να εξηγεί με ακρίβεια τις
νομικές της θέσεις, να αναδεικνύει τη σημασία της σταθερότητας και της διεθνούς νομιμότητας
και να καθιστά σαφές ότι η αποτροπή μονομερών αναθεωρητικών ενεργειών υπηρετεί όχι μόνο
τα εθνικά της συμφέροντα αλλά και την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.
Η προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη απαιτεί προετοιμασία
Η προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως αυτόματη
λύση κάθε διαφοράς ούτε ως εκ των προτέρων απειλή για την εθνική κυριαρχία. Η διεθνής
δικαιοσύνη μπορεί να συμβάλει στην ειρηνική επίλυση διαφορών, εφόσον υπάρχει η
απαιτούμενη δικαιοδοτική βάση και το αντικείμενο της διαφοράς έχει προσδιοριστεί με
σαφήνεια.
Η Ελλάδα οφείλει να επιμένει ότι οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία πρέπει να αφορά
συγκεκριμένα νομικά ζητήματα, να στηρίζεται σε σαφή συνυποσχετική συμφωνία ή άλλη
ισχύουσα βάση δικαιοδοσίας και να μην επεκτείνεται σε θέματα πέραν όσων έχουν εγκύρως
υποβληθεί προς κρίση. Η διαφορά ως προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ
πρέπει να διακρίνεται από ζητήματα κυριαρχίας επί νησιών, ζητήματα αποστρατιωτικοποίησης ή
άλλες πολιτικές διαφωνίες, τα οποία δεν μπορούν να θεωρούνται αυτομάτως μέρος μιας ενιαίας
δικαστικής υπόθεσης.
Η στρατηγική προετοιμασία απαιτεί πλήρη νομικό φάκελο, τεκμηριωμένη χαρτογραφική και
ιστορική βάση, αξιολόγηση της σχετικής διεθνούς νομολογίας και σαφή προσδιορισμό των
θέσεων που θα υποστηρίξει η χώρα. Η Ελλάδα δεν πρέπει να φοβάται τη διεθνή δικαιοσύνη,
αλλά να προσέρχεται σε οποιαδήποτε διαδικασία με σοβαρότητα, προετοιμασία και σαφή γνώση
του αντικειμένου που επιδιώκει να επιλύσει.
Παράλληλα, ο διάλογος δεν πρέπει να συγχέεται με την αποδοχή μονομερών διεκδικήσεων. Η
διπλωματία είναι εργαλείο διαχείρισης διαφορών και προώθησης των εθνικών συμφερόντων, όχι
αυτοσκοπός. Ούτε ο διάλογος συνεπάγεται υποχρεωτικά υποχώρηση ούτε η άρνησή του συνιστά
από μόνη της στρατηγική επιτυχία. Το κριτήριο είναι εάν υπηρετεί μια σαφώς καθορισμένη
εθνική πολιτική και εάν διατηρεί ακέραιη τη δυνατότητα της Ελλάδας να υπερασπίζεται τα
δικαιώματά της.
Τι έπρεπε να έχει ήδη κάνει η Ελλάδα: Πέντε στρατηγικές προτεραιότητες
Πρώτον, να έχει υιοθετήσει μια εθνική θαλάσσια στρατηγική με διακομματική και θεσμική
συνέχεια. Η στρατηγική αυτή θα έπρεπε να καθορίζει τις προτεραιότητες στο Αιγαίο, στην
Ανατολική Μεσόγειο και στο Ιόνιο, να συνδέει την εξωτερική πολιτική με την άμυνα, την
οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια και να προβλέπει τακτική αξιολόγηση των
αποτελεσμάτων της. Η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να επανακαθορίζεται από την αρχή σε
κάθε πολιτική αλλαγή.
Δεύτερον, να έχει ολοκληρώσει έναν συστηματικό σχεδιασμό για την άσκηση των δικαιωμάτων
της στις θαλάσσιες ζώνες. Αυτό περιλαμβάνει την τεχνική και νομική προετοιμασία για την
αιγιαλίτιδα ζώνη, τη συνορεύουσα ζώνη, την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, καθώς και την
οριοθέτηση με τα γειτονικά κράτη όπου υπάρχουν επικαλυπτόμενες αξιώσεις. Η Ελλάδα πρέπει
να χρησιμοποιεί τα δικαιώματα που της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο με τρόπο συνεπή και
μεθοδικό, λαμβάνοντας υπόψη τις γεωγραφικές και διπλωματικές συνθήκες κάθε περίπτωσης.
Τρίτον, να έχει ενισχύσει την αποτρεπτική της ικανότητα μέσα από μακροπρόθεσμο αμυντικό
σχεδιασμό. Η αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των οπλικών συστημάτων, αλλά και
από τη διαθεσιμότητα, την εκπαίδευση, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διακλαδική
συνεργασία, την προστασία κρίσιμων υποδομών και την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Σκοπός
της αποτροπής είναι να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής του καθεστώτος
με απειλή ή χρήση βίας δεν θα επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
Τέταρτον, να έχει οικοδομήσει ένα σταθερό και μετρήσιμο πλαίσιο περιφερειακών συνεργασιών.
Η συνεργασία με την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Ιταλία και άλλους εταίρους πρέπει να στηρίζεται
σε συγκεκριμένα έργα, διπλωματικές πρωτοβουλίες, ενεργειακές διασυνδέσεις, θαλάσσια
ασφάλεια και σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, η Ελλάδα πρέπει να ενισχύει τη θέση
της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, χωρίς να εκχωρεί την ευθύνη του εθνικού
σχεδιασμού στους συμμάχους της.
Πέμπτον, να έχει δημιουργήσει έναν μόνιμο μηχανισμό αξιολόγησης των στρατηγικών κινδύνων
και των εθνικών επιλογών. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα πρέπει να συντονίζει διπλωματικές,
στρατιωτικές, νομικές, οικονομικές και ενεργειακές υπηρεσίες, να εξετάζει εναλλακτικά σενάρια
και να προτείνει συγκεκριμένες ενέργειες με σαφές χρονοδιάγραμμα. Η Ελλάδα χρειάζεται να
προετοιμάζεται πριν από τις κρίσεις και όχι να αυτοσχεδιάζει όταν αυτές έχουν ήδη εκδηλωθεί.
Από τον κατευνασμό στην ενεργητική στρατηγική
Η πολιτική της αποκλιμάκωσης και του διαλόγου μπορεί να εξυπηρετεί την ειρήνη, όταν
συνοδεύεται από σαφείς θέσεις, αξιόπιστη αποτροπή και σταθερή υπεράσπιση των δικαιωμάτων
της χώρας. Όταν, όμως, η διαχείριση μιας κρίσης μετατρέπεται σε διαρκή αναβολή αποφάσεων
και απουσία πρωτοβουλιών, δημιουργείται κίνδυνος στρατηγικής αδράνειας.
Η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει την αντίληψη ότι η αποφυγή της έντασης αποτελεί από μόνη
της επιτυχία. Επιτυχία είναι να διατηρείται η ειρήνη χωρίς να ενθαρρύνονται μονομερείς
διεκδικήσεις, να προστατεύονται τα εθνικά συμφέροντα και να παραμένουν ανοικτοί οι δίαυλοι
επικοινωνίας. Η διπλωματική αυτοσυγκράτηση έχει αξία όταν στηρίζεται σε σαφή στρατηγική
και όχι όταν υποκαθιστά την πολιτική βούληση.
Αντίστοιχα, η αποφασιστικότητα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την άκριτη κλιμάκωση. Η
αποτελεσματική στρατηγική συνδυάζει τη στρατιωτική αποτροπή με την ψύχραιμη διπλωματία,
τη νομική τεκμηρίωση με την πολιτική πρωτοβουλία και την υπεράσπιση των εθνικών
δικαιωμάτων με την αποφυγή περιττών κινδύνων. Η ισχύς ενός κράτους αποδεικνύεται όταν
μπορεί να προασπίζεται τα συμφέροντά του χωρίς να εγκλωβίζεται στις επιλογές του αντιπάλου.
Συμπέρασμα: Η θαλάσσια στρατηγική ως προϋπόθεση εθνικής ανεξαρτησίας
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά γεωγραφικά, νομικά, διπλωματικά και αμυντικά πλεονεκτήματα.
Η αξιοποίησή τους, όμως, προϋποθέτει στρατηγική συνέχεια, πολιτική βούληση και
αποτελεσματικό συντονισμό. Το Αιγαίο, το Καστελόριζο, η Ανατολική Μεσόγειος και η
συνεργασία με την Κύπρο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα ζητήματα, αλλά ως
αλληλένδετα στοιχεία μιας ενιαίας εθνικής πολιτικής.
Το ζητούμενο δεν είναι να υιοθετήσει η Ελλάδα μια πολιτική διαρκούς αντιπαράθεσης, ούτε να
θεωρήσει ότι κάθε διεθνής συμβιβασμός συνιστά αναγκαστικά υποχώρηση. Το ζητούμενο είναι
να διαθέτει σαφείς στόχους, να γνωρίζει τα νομικά και στρατηγικά όρια κάθε επιλογής, να
προετοιμάζεται εγκαίρως και να μην επιτρέπει σε άλλους να καθορίζουν μονομερώς την ατζέντα
των εθνικών της συμφερόντων.
Η ελληνική θαλάσσια στρατηγική πρέπει να περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Αυτό σημαίνει
συστηματική άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπει το διεθνές δίκαιο, ενίσχυση της
αποτρεπτικής ικανότητας, ολοκλήρωση των αναγκαίων διπλωματικών και νομικών
προετοιμασιών, ανάπτυξη σταθερών περιφερειακών συνεργασιών και διατήρηση ισχυρής
κρατικής παρουσίας σε ολόκληρη τη νησιωτική επικράτεια.
Η εθνική ανεξαρτησία δεν εξασφαλίζεται μόνο με την επίκληση του διεθνούς δικαίου, αλλά με
τη συνεπή εφαρμογή του, σε συνδυασμό με την αποτρεπτική ισχύ, τη διπλωματική
διορατικότητα και τη στρατηγική προετοιμασία. Το εθνικό συμφέρον απαιτεί μια Ελλάδα που
δεν περιορίζεται στην αντίδραση, αλλά σχεδιάζει, προλαμβάνει και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες.
Η Ελλάδα όφειλε να έχει ήδη διαμορφώσει μια τέτοια συνεκτική θαλάσσια στρατηγική. Η
ανάγκη αυτή παραμένει επιτακτική. Όσο η χώρα καθυστερεί να μετατρέψει τις δυνατότητές της
σε συγκεκριμένες πολιτικές και αποτελέσματα, τόσο περιορίζεται η δυνατότητά της να
διαμορφώνει τους συσχετισμούς στην περιοχή. Αντίθετα, μια σταθερή, ρεαλιστική και νομικά
τεκμηριωμένη εθνική στρατηγική μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή, να θωρακίσει τη διεθνή
θέση της Ελλάδας και να συμβάλει στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην
Ανατολική Μεσόγειο.
Η μόνη βιώσιμη διέξοδος είναι μια Ελλάδα που γνωρίζει τα δικαιώματά της, προετοιμάζεται για
να τα υπερασπιστεί και διαθέτει τη στρατηγική βούληση να τα ασκεί με συνέπεια, υπευθυνότητα
και αποφασιστικότητα.
Nikolaos L. Moraitis, Ph.D.
University of California, Berkeley
Διεθνείς Σχέσεις, Εξωτερική Πολιτική των ΗΠΑ,
Συγκριτική Πολιτική, Επανάσταση & Αντεπανάσταση,
Εξέλιξη του Παγκόσμιου Πολιτικό-Οικονομικού και
Κοινωνικού Συστήματος.